Αρχική σελίδα των ιστοριών που δεν γράφτηκαν...
 
 
Ένα ταξίδι στην Καππαδοκία
 

Δεκαετία του 1970, εργάζομαι σαν ξεναγός σε ένα από τα μεγαλύτερα Γραφεία Ταξιδίων της χώρας, που φέρνει αποκλειστικά εύπορους τουρίστες, κυρίως από Αμερική. Μία των ημερών μου δίνουν ένα ζευγάρι Αμερικανών τον κύριο και την κυρία Γουϊλιαμ Σλήθ για ένα κλασσικό τριήμερο γύρο που περιελάμβανε τότε Αθήνα-Αργολίδα-Ολυμπία-Δελφούς. Ήταν ευγενέστατοι άνθρωποι, συμπαθέστατοι και προετοιμασμένοι να δουν όσα περισσότερα μπορούσαν. Ο κύριος Σλήθ -το έμαθα πολύ αργότερα-, ήταν ένας από τους μεγάλους φιλανθρώπους και ευεργέτες των Η.Π.Α.

Μετά το πέρας του τριημέρου αυτού το ζεύγος Σλήθ είχε μείνει τόσο ενθουσιασμένο με τις ομορφιές της Ελλάδος, που με «έκλεισαν» για τον επόμενο χρόνο. Θα κάναμε Κρήτη και μετά Κωνσταντινούπολη, Τροία, Σμύρνη, Πέργαμο και Έφεσο.

Πράγματι το επόμενο καλοκαίρι, είχαμε προγραμματίσει να έρθουν Αθήνα, να πετάξουμε στην Κρήτη για μία εβδομάδα και μετά να πηγαίναμε Τουρκία. Όμως επειδή είχαν αρχίσει τα γεγονότα με τους φοιτητές στην Νομική και ακολούθησε το Πολυτεχνείο, συνέστησα στους Σλήθ, να πηγαίναμε πρώτα Κωνσταντινούπολη μέχρι να καταλαγιάσουν οι ταραχές στην Αθήνα, και μετά να συνεχίζαμε με τον γύρο της Κρήτης. Πράγματι έτσι έγινε. Συναντηθήκαμε στην Πόλη, όπου κυριολεκτικά μαγεύτηκαν.

Σαν μικρή έκπληξη -εκτός προγράμματος- τους είχα μια επίσκεψη στο Πατριαρχείο όπου και συναντήσαμε τον τότε Πατριάρχη Δημήτριο. Έναν ευπροσήγορο, ταπεινό και αληθινό Ιεράρχη. Οι Σλήθ, εντυπωσιάστηκαν με την απλότητα, την ευγένεια και την καλοσύνη του. Συνέκριναν το «απρόσιτο» που είχαν συναντήσει όταν βρίσκονταν στην Ρώμη και υποτίθεται ότι θα συναντούσαν τον Πάπα, που τον είδαν τελικά από απόσταση εκατό μέτρων…!

Μετά από ένα τριήμερο στην Πόλη πετάξαμε για Σμύρνη. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο ο αντιπρόσωπος του Γραφείου που θα μας φρόντιζε, μας ανήγγειλε ότι στην Αθήνα είχαν γίνει σημαντικά γεγονότα. «Έπεσε ο Παπαδόπουλος…» μου είπε. «Αδύνατον» είπα εγώ. Έδειχνε τόσο ισχυρό το καθεστώς που μου ήταν δύσκολο να το πιστέψω. Και όμως είχε γίνει και αυτό! Φτάνοντας στο Ξενοδοχείο «Μπουγιούκ Εφές», ανοίξαμε την τηλεόραση και μάθαμε όντως την ανατροπή του Παπαδόπουλου… Εμείς κάναμε το προβλεπόμενο πρόγραμμα εκτός της Τροίας γιατί μας έπεφτε αρκετά μακρυά να πάμε με αυτοκίνητο. Αντί αυτού ο κ. Σλήθ μου ζήτησε να συνεννοηθώ με το γραφείο και να πάμε στην… Καππαδοκία! Είχε ακούσει, είχε διαβάσει τόσα πολλά που είχε γοητευθεί προκαταβολικά από το σεληνιακό τοπίο, αλλά και τα χριστιανικά μνημεία που υπήρχαν εκεί. Καππαδοκία…; είπα μέσα μου! Δεν είχα πάει ποτέ πριν, και ότι ήξερα για τα Χριστιανικά μνημεία ήταν από τα βιβλία μου και μόνο. Και πώς να πάω στην μέσα Τουρκία συνοδεύοντας μια εξέχουσα προσωπικότητα των Η.Π.Α. και έχοντας μπροστά μου πολλούς κινδύνους. Είχαν ακουστεί τότε, πως είχαν συμβεί ληστείες και βιασμοί σε πολλούς ξένους που είχαν κάνει την απερισκεψία να ταξιδέψουν στα ενδότερα της χώρας χωρίς καμία προφύλαξη. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αποτρέψω από αυτή του την επιθυμία, έτσι αναγκάστηκα μετά από πολύ σκέψη, να αποτανθώ στον Στρατιωτικό Διοικητή της Σμύρνης!! Πρέπει να ομολογήσω πως με άκουσε με πολύ κατανόηση και μου διέθεσε αμέσως ένα στρατιωτικό τζιπ με έναν Λοχαγό και τέσσερεις ένοπλους Τούρκους στρατιώτες για να μας συνοδεύσουν!

Ξεκινήσαμε την επομένη πολύ πρωί για το Γκιορέμ, στο κέντρο της Καππαδοκίας, όπου και φτάσαμε λίγο πριν το μεσημέρι. Μια μικρή κωμόπολη, βρώμικη, άθλια και με την φτώχια να είναι η κραυγαλέα εικόνα της. Κάναμε ένα γύρο, επισκεφθήκαμε αρκετούς από τους «κώνους» που ήταν τα ερημητήρια των χριστιανών αναχωρητών από τους πρώτους κιόλας αιώνες, θαυμάσαμε τις τοιχογραφίες και την πίστη εκείνων των άγνωστων πιστών που είχαν διαλέξει αυτό τον κυριολεκτικά αφιλόξενο τόπο για να μονάσουν.

Επιστρέψαμε στην πόλη για να χαζέψουμε το παζάρι και την «λαϊκή» που γινόταν στην κεντρική πλατεία. Καθίσαμε σε ένα καφενείο κι λίγο πιο πέρα κάθισαν οι συνοδοί φαντάροι να πάρουν και αυτοί έναν καφέ. Ο Λοχαγός κάθισε μαζί μας και ευτυχώς μιλούσε πολύ καλά Αγγλικά έτσι οι Σλήθ είχαν άλλον έναν συνομιλητή. Ζήτησα συγνώμη και πήγα από περιέργεια να ρίξω μια ματιά στο παζάρι. Η μεν «λαϊκή» ήταν γεμάτη με φρέσκα και πολύ ωραία ζαρζαβατικά κάθε είδους, κότες, κατσίκες, πάπιες και γαϊδούρια ακόμα προς πώληση! Το παζάρι που ήταν ακριβώς δίπλα, είχε λαϊκά κεντήματα της περιοχής κιλίμια, μπακίρια και ένα σωρό πάγκους με τα πιο ετερόκλητα αντικείμενα, όπως συναντά κανείς σε κάθε παζάρι της Ανατολής. Στάθηκα σε έναν πάγκο που είχε ενδιαφέροντα κιλίμια και έψαχνα να βρω ένα που να μ’ αρέσει. Δίπλα μου μια Τουρκάλα καλυμμένη με την μαύρη μελάγια και τον φερετζέ έψαχνε κι αυτή κάτι να βρει. Ο έμπορος συνομιλούσε με τον διπλανό του συνάδελφο πίνοντας τσάι και δίνοντας πολύ μικρή σημασία σε εμάς. Κάποια στιγμή, άκουσα μια φωνή να λέει σε… τέλεια ελληνικά.

«Καλώς ήρθες πατριώτη…»!! Κοίταξα αιφνιδιασμένος δεξιά κι αριστερά, ακόμα και πίσω μου, γιατί δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. Να είμαι στην ενδοχώρα της Τουρκίας, στο Γκιορέμ της Καππαδοκίας και ν’ ακούω ελληνικά, μάλλον έμοιαζε με αυταπάτη! Είπα πως για κάποιο λόγο έχω αρχίσει ν’ ακούω φωνές σαν την Ζαν ντ’ Αρκ! Η διπλανή μου γυναίκα έμοιαζε αδιάφορη για μένα και ψαχούλευε τα κιλίμια. Με έσπρωξε όμως με τον αγκώνα της και άκουσα την φωνή της να μου λέει ξανά… «Καλώς ήρθες πατριώτη… Αν μπορείς σε παρακαλώ… ακολούθησε με…» Όλα ειπώθηκαν… σαν να μην ειπώθηκαν από την ίδια και αμέσως μετά έκανε μεταβολή και άρχισε να απομακρύνεται. Ήμουν πραγματικά χαμένος. Δεν δίστασα όμως καθόλου. Η περιέργεια, η παρακλητική της φωνή, η όλη αυτή κατάσταση με έκανε να την ακολουθήσω… σφυρίζοντας δήθεν αδιάφορα και φροντίζοντας να μην την χάσω από τα μάτια μου. Μπροστά εκείνη, πίσω εγώ. Μπήκαμε σε κάποια στενά, ψυχή δεν υπήρχε γύρω μας, όλες οι πόρτες κατάκλειστες, ακόμα και τα καφασωτά στα παράθυρα των πάνω πατωμάτων κατάκλειστα κι αυτά. Η γυναίκα έφτασε σε μια πόρτα την άνοιξε και εξαφανίστηκε. Με το που έφτασα και εγώ στην ανοιχτή πόρτα, ένα χέρι με άρπαξε κυριολεκτικά και με έχωσε μέσα στην αυλή του σπιτιού. Δεν θυμάμαι αν φοβήθηκα ή όχι. Θυμάμαι όμως την έκπληξη με όσα ακολούθησαν. Η γυναίκα είχε πετάξει από πάνω της την μαύρη κελεμπία, τον φερετζέ και ότι άλλο μαύρο φορούσε και έπεφτε στην αγκαλιά μου, φιλώντας με ξανά και ξανά, ενώ ένα σμάρι πιτσιρίκια ορμούσαν και αυτά επάνω μου! «καλώς ήρθες… καλώς ήρθες…» Βγήκαν και δυο-τρεις άντρες από το εσωτερικό του σπιτιού. Θα πρέπει να έδειχνα κάτι περισσότερο από χαζός με όλα αυτά! Να μου μιλάνε ταυτόχρονα όλοι μαζί ελληνικά, να με ρωτούν ένα σωρό πράγματα, να μην προλαβαίνω να καταλάβω τα πως και τα γιατί, όλα ανάκατα και μπερδεμένα.

Μπήκα στο σπίτι σχεδόν σηκωτός και πίσω μας έκλεισε και η εσωτερική πόρτα. Περάσαμε σε έναν μεγάλο οντά με γύρω γύρω καθίσματα και αμέτρητα μαξιλάρια. Ήρθαν και άλλες γυναίκες και άλλοι άντρες και με κοίταζαν λες και έβλεπαν κανένα… φάντασμα ή κανέναν εξωγήινο! Ένας πολύ ηλικιωμένος άντρας καθόταν σε μια άκρη του οντά. Κάθισα απέναντι του. Η μορφή του έμοιαζε με τις άγιες μορφές που πριν λίγη ώρα είχα δει μέσα στα κελιά των αναχωρητών… Ήταν ο μόνος ήρεμος και γαλήνιος, παίζοντας αργά με το κεχριμπαρένιο του κομπολόι. Η γυναίκα έδωσε εντολή στις νεώτερες να φέρουν καφέδες και κεράσματα.

«Δεν έχω δυστυχώς πολύ ώρα στην διάθεσή μου… Όλα αυτά είναι καταπληκτικά, αλλά επιτρέψτε μου να ρωτήσω… Ποιοι είστε…; Που βρεθήκατε εδώ στην άκρη του κόσμου… πως μάθατε για μένα…;»

Έπεσε λίγη ησυχία και μόνο τα πιτσιρίκια αναδεύονταν δίπλα μου ποιο θα κολλήσει πιο κοντά και πάνω μου. Μίλησε ο ηλικιωμένος και έπεσε σιωπή.

«Από ψες μαθεύτηκε στην Αστυνομία πως θα έρθουν στο Γκιορέμ Αμερικάνοι με έναν Ρωμιό ξεναγό. Δεν μας έχει ξανατύχει… Είπα λοιπόν στην κόρη μου -και έδειξε την γυναίκα που με είχε φέρει εδώ- να προσπαθήσει να σου μιλήσει και αν ήταν μπορετό να σε φέρει στο σπίτι μας…» Άκουγα έκπληκτος και κοίταζα όλα αυτά τα γελαστά πρόσωπα με τα εκφραστικά πελώρια μάτια να με κοιτούν με λαχτάρα και… δέος. «Έχουμε να δούμε Έλληνα… χμ… χρόνους πολλούς» συνέχισε ο γέροντας. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω την συνέχεια. «Σαν έγινε η μεγάλη καταστροφή και ήρθε η ανταλλαγή πληθυσμών, εμείς αρνηθήκαμε να φύγουμε. Αλλά για να μείνουμε, έπρεπε να γίνουμε... Τούρκοι, και μιας που το ράσο δεν κάνει τον παπά, ντυθήκαμε Τούρκοι, αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο τζαμί και μέσα από την πόρτα μας μείναμε Ρωμιοί όπως ακριβώς είμασταν αιώνες τώρα… Σε όλα…»

Μέσα στο μυαλό μου είχα αμέτρητες ερωτήσεις να κάνω. Η κόρη του σηκώθηκε και πήγε στην άλλη άκρη του οντά όπου πάνω από μια μεγάλη κασέλα βρισκόταν ένας πελώριος γιούκος με μπατανίες κιλίμια και φλοκάτες. Έκανε νόημα σε δυο γυναίκες που κατέβασαν αμέσως τον γιούκο και γύρισαν την μεγάλη κασέλα τα μπρος πίσω. Η μεγάλη γονάτισε και έβαλε τα χέρια κάτω από τον πάτο της κασέλας και τον έσυρε προς τα έξω. Έκπληκτος, άναυδος και βαθειά συγκινημένος, είδα στο εσωτερικό αυτού του πάτου να είναι τοποθετημένες εικόνες χριστιανικές και παμπάλαιες, σκεπασμένες με έναν «αέρα» που χρησιμοποιούν οι ιερείς στην θεία λειτουργία πάνω από τα Τίμια Δώρα. Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Η γυναίκα σήκωσε μια εικόνα της Παναγίας και μου την έδειξε. Πίσω ήταν γραμμένες ημερομηνίες γέννησης και τα ονόματα των παιδιών και των εγγονών της σε σωστά ελληνικά. «Είναι το ληξιαρχείο μας…» μου είπε με χαμόγελο. Φίλησα την εικόνα και ξανακοίταξα ερωτηματικά τον πατέρα της.

«Μας στέλνουν κρυφά από την Πόλη κάθε χρόνο τα ημερολόγια για να ξέρουμε τις μεγάλες γιορτές και τότε βγάζουμε και τα βιβλία που κάποτε βρίσκονταν στην εκκλησία μας και διαβάζουμε τις προσευχές και τις λειτουργίες μας… Μονάχοι, χωρίς παπά και χωρίς διάκο… Μα δεν μας πειράζει. Ο Θεός μας ακούει και ευλογεί… Μας λείπει όμως η Κοινωνία… Πάμε κάθε τρία τέσσερα χρόνια στην Πόλη και εκεί κοινωνάμε…»

Ήρθαν οι καφέδες και τα μυρωδάτα γλυκά, δροσερό νεράκι από το πηγάδι της αυλής και άρχισαν οι ερωτήσεις, για την Πατρίδα, για τους πρόσφυγες που ζουν στην Ελλάδα, ένα σωρό πράγματα που ήθελαν να μάθουν. Τι να πρωτοπώ και τι να τους περιγράψω…; Ο χρόνος έτρεχε αδυσώπητα και έπρεπε να επιστρέψω στους ξένους μου.

Έβγαλα από το πορτοφόλι μου ένα μικρό χάρτινο εικόνισμα του Αγίου Νικολάου που κουβαλούσα πάνω μου και το έδωσα στο ένα αγοράκι. «Αυτό μονάχα έχω…» είπα με ραγισμένη φωνή. «Μα πέστε μου τι θα θέλατε να σας στείλω από την Ελλάδα και…»

«Λίγο χώμα από τον Παρθενώνα…» μου είπε ο γέροντας με γυάλινα μάτια. Είχα σηκωθεί και βρισκόμουν στην πόρτα για να φύγω. Τα πόδια μου έτρεμαν όπως και η καρδιά μου. Λίγο χώμα από τον Παρθενώνα… Αυτό ήταν το μοναδικό φυλαχτό που ήθελαν.

«Γιατί μείνατε…;» ρώτησα τον γέροντα.

Από το ανοιχτό παραθύρι κοίταζε τους κώνους των αναχωρητών που κάλυπταν όλο τον ορίζοντα των ματιών του.

«Κάποιος έπρεπε να φυλά όλα αυτά, μαζί και τα μνήματα των προγόνων και κάπου κάπου να τα λειτουργάει, έστω και μυστικά...»

Η κόρη του με ξεπροβόδισε ντυμένη και πάλι τα ρούχα της σκλαβιάς μέχρι το παζάρι και μόλις που άγγιξε την άκρη του χεριού μου σαν αποχαιρετισμό.

«Ευχαριστώ πατριώτη… Μας έφερες λίγη Πατρίδα…»

 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)