Αρχική σελίδα των ιστοριών που δεν γράφτηκαν...
 
 
Η πρώτη ιστορία με έναν… Βασιλιά!
 

Νεαρός πρωτοετής Ναυτόπαις στην Σχολή Ναυτοπαίδων στον Πόρο.

Έρχεται διαταγή από το Γ.Ε.Ν. ότι πρέπει η Σχολή (και οι τρεις τάξεις) να προετοιμαστούν για να επιβιβαστούμε στο καταδρομικό ΕΛΛΗ για το επίσημο ταξίδι των Βασιλέων στην Κωνσταντινούπολη.

Ποδαράκια μας βοηθάτε μας! Τροχάδην όχι μόνο όλες οι κινήσεις όπως γίνεται στο Ναυτικό, αλλά ακόμα και μπουγάδες που έπρεπε να στηθούν να πλυθούν οι καλοκαιρινές ενδυμασίες, να σιδερωθούν ιδίως οι τσακίσεις στα παντελόνια και στις μπελαμάνες, να βαφτούν τα σπαθόλουρα και τα καπέλα με μπόλικο στουπέτσι. Και ασκήσεις… ασκήσεις, ασκήσεις! Για παρελάσεις, για παρατάξεις στα καταστρώματα, για ζητωκραυγές και τα ρέστα. Φωτιές άρπαξαν στην Σχολή. Οι Αξιωματικοί τρέχουν και αυτοί και δεν… φτάνουν. Και ένα σωρό μαθήματα… ενημέρωσης.

«Στραβάδια…! Στην Κωνσταντινούπολη θα πάμε με τους Βασιλείς, με Ναυάρχους, Στρατηγούς, Αυλάρχες, Κυρίες των Τιμών -μακρυά τα μάτια σας- και ένα σωρό Διπλωμάτες! Στραβάδια προσοχή. Όποιον συναντάτε στα καταστρώματα, ΚΛΑΡΙΝΟ εσείς και άψογο στρατιωτικό χαιρετισμό… Από το μεσόστεγο[1] και πρύμα, δεν θα κυκλοφορεί κανένας…»

Ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη! Στην θρυλική Βασιλεύουσα!

Για πρώτη φορά θα πατήσω τα χώματα των προγόνων μου και η συγκίνηση άφατη! Θα δω τα τείχη της θρυλικής πολιτείας, θα μπω στην Αγιά Σοφιά να προσκυνήσω νοερά, θα μας δεχτεί ο Αθηναγόρας! ο Πατριάρχης του Γένους, θα περιδιαβώ τον Κεράτιο, εκεί που καθώς λένε στις μεγάλες νηνεμίες μπορείς να δεις την Αγία Τράπεζα της Μεγάλης Εκκλησιάς που βούλιαξε σαν θέλησαν οι άτιμοι Λατίνοι να την μεταφέρουν στην Βενετιά!

Αμέτρητες σκέψεις και μνήμες από γονεϊκές αφηγήσεις γεμίζουν το μυαλό και την ψυχή. Πόλη των ονείρων της Ρωμιοσύνης για αιώνες τώρα. Και να που ξαφνικά πάμε επίσημη επίσκεψη και μάλιστα με τους Έλληνες Βασιλείς! Φανταζόμαστε κιόλας την Βασιλεύουσα να πλέει στην γαλανόλευκη και ανατριχιάζουμε από συγκίνηση. Έστω για λίγο η «Γαλανή Σκιά», θα σκεπάσει την Τουρκεμένη Πόλη…

«Στραβάδια! Έτσι και συναντήσετε κανέναν Ανώτερο σε κάποιο κατάστρωμα και σας ρωτήσει κάτι, ΚΛΑΡΙΝΟ εσείς και κανονική αναφορά… Όνομα, επώνυμο, Τάξη και ΔΙΑΤΑΞΤΕ! Και αλίμονο σας αν συναντήσετε τον Βασιλέα! Συνηθίζει να τριγυρνά στα καταστρώματα και στα υποφράγματα…»

Δεν καταλαβαίνω αυτό το «αλίμονο σας». Τι θα μας κάνει; Θα μας φάει; Ρωτώ τον Σπύρο Δημουλά που είναι φίλος και αρχηγός της Τάξης μας. Τι κάνουμε αν «πέσουμε» πάνω στον Βασιλιά…; «Αλλάζεις σώβρακα…» μου απαντά με το Κεφαλλονίτικο χιούμορ του! «Εδώ συναντάς τον Οπλονόμο ή τον Αξιωματικό Υπηρεσίας και τρέχεις να εξαφανιστείς και με ρωτάς ρε Κώστα τι κάνεις αν συναντήσεις τον βασιλιά…;» Δίκιο έχει αλλά που να τόβρει.

Και για κακή-καλή μου μοίρα, με φωνάζουν με το που επιβιβαστήκαμε στο ΕΛΛΗ και με διατάζουν πως θα είμαι Αγγελιαφόρος Βασιλέως! Και επιπλέον θα πηγαίνω στους Βασιλείς, στον Αρχηγό Γ.Ε.Ν. και στον Κυβερνήτη το «δείγμα» του αρίστου και του δείπνου! [2]

Μεγάλη τιμή δεν λέω, αλλά από σώβρακα τι κάνουμε…; Έχω τις κανονικές τρεις αλλαξιές όλες κι όλες. Δεν με φτάνουν οι προκαταβολικές τρεμούλες πρέπει να βρω και έξτρα αλλαξιές ή θα ξημεροβραδυάζομαι να κάνω μπουγάδες!

Απόγευμα στον Φαληρικό όρμο, επιβίβαση των επισήμων κατά σειρά αρχαιότητος. Τελευταίοι βεβαίως καταφθάνουν οι Βασιλείς με όλο τον Σ.Ο.Α.Μ. συνοδεία και τις Κυρίες των Τιμών της Βασίλισσας.

Η μπάντα του Ναυτικού παιανίζει στο κατάστρωμα το Βασιλικό εμβατήριο, το άγημα παρουσιάζει όπλα, οι πάντες στο πρυμναίο κατάστρωμα ΚΛΑΡΙΝΟ! Στρατηγοί, Ναύαρχοι, Πτέραρχοι, Διπλωμάτες.

Ο Βασιλικός επισείων υψώνετε στο μεγάλο κατάρτι, δείγμα ότι ο Βασιλεύς επιβιβάσθη του πλοίου.

Επιθεώρηση του αγήματος και τα μεγάφωνα αναγγέλλουν «Προετοιμασία απάρσεως…» Όλοι τρέχουν δεξιά κι αριστερά, εκτός πρυμναίου καταστρώματος βεβαίως. Η Άνασσα αποσύρεται στο σαλόνι του Ναυάρχου με τις Κυρίες των Τιμών, τον Μεγάλο Αυλάρχη κ. Λεβίδη και τους άλλους Αυλικούς, ο Βασιλεύς παραμένει στην πρύμνη και συνομιλεί με τους Ανώτατους Αξιωματικούς που τον περιβάλλουν. Στρατηγός Βεντίρης, Ναύαρχοι Αλεξανδρής, Αντωνόπουλος, Ιωαννίδης, Πτέραρχος Ποταμιάνος. Που να ξέρεις όλους τους άλλους; Και εγώ ΚΛΑΡΙΝΟ σε απόσταση δέκα βημάτων πίσω Του σε στάση προσοχής και με τα σπαθόλουρα μου ν’ αστράφτουν. Καπέλο με καπιτσάλι[3] βεβαίως για να μην το πάρει ο αέρας και έτοιμος να προστρέξω σε κάθε διαταγή της Α.Μ. ή οποιουδήποτε Ανώτατου Αξιωματικού.

Ακούγεται η βαριά αλυσίδα της τεράστιας άγκυρας του ΕΛΛΗ, ν’ ανεβαίνει σιγά σιγά από τον βυθό και αργά αλλά σταθερά το τεράστιο πανέμορφο πλοίο αρχίζει να κινείται. Το Β.Π. ΝΑΥΑΡΙΝΟ που μας συνοδεύει τιμητικά, δείχνει να είναι έτοιμο να μας ακολουθήσει σε απόσταση ασφαλείας.

Ο Βασιλεύς δείχνει να παρακολουθεί όλες τις διαταγές που δίνονται από τα μεγάφωνα και εγώ σούζα σε απόσταση… διαταγής! Η άγκυρα μπήκε στην θέση της «εμασχαλίσθη στα όκια» της, γιατί το πλοίο τραντάχτηκε καθώς ο γιγάντιος «εργάτης» της πλώρης την έβαζε στην θέση της. Σιγά σιγά το ΕΛΛΗ άρχισε να αναπτύσσει ταχύτητα μέχρι να φτάσει στην φανταστική για την θάλασσα των 40 μιλίων την ώρα, και πίσω μας το ΝΑΥΑΡΙΝΟ να ακολουθεί με γενναιότητα μια τέτοια μεγάλη ταχύτητα! Πορεία προς Σούνιο και απ’ εκεί κατ’ ευθείαν βόρειο Αιγαίο και Δαρδανέλλια.

Τα μεγάφωνα αναγγέλλουν «αλλαγή ενδυμασίας». Είναι πια σούρουπο και κατά την παράδοση του Ναυτικού με την δύση του ηλίου όλοι αλλάζουν. Μαύρο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και μαύρο ζωνάρι στη μέση. Όλοι οι Αξιωματικοί του Ναυτικού σπεύδουν στα δωμάτια τους να αλλάξουν μηδέ εξαιρουμένου του Βασιλέως. Εγώ όμως θα μείνω με την στολή επιθεωρήσεως. Μια μικρή ανάπαυλα από την πρώτη αυτή «ψυχρολουσία» να είμαι δίπλα στον Ανώτατο Άρχοντα του Κράτους, με τις αισθήσεις τεντωμένες να υπακούσω στο παραμικρό νεύμα ή… διαταγή. Πηγαίνω στο υπόφραγμα για λίγο και με βλέπει ο Δημουλάς.

«Ήρθες ν’ αλλάξεις σώβρακο…;» με ρωτά χαμογελαστός. Οι άλλοι με κοιτούν με δέος και εγώ τεντώνομαι σαν γύφτικο σκεπάρνι! Δεν καταδέχομαι ν’ απαντήσω. Η «θέση» μου δεν μου το επιτρέπει!

Πηγαίνω στην τραπεζαρία όπου ετοιμάζεται ο ασημένιος δίσκος για το «δείγμα». Κοτόπουλο κοκκινιστό, πατάτες τηγανιτές, σαλάτα και τυρί! Λουκούλιο δείπνο που πρώτη φορά δοκιμάζεται σε πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού. Το σύνηθες, μπακαλιάρος πλακί (από τότε τον μίσησα τον μπακαλιάρο), πατάτες «μπλούμ» άντε και κανένα πιλάφι με σάλτσα και τυρό φέτα. Για τον λόγο αυτό μας φωνάζουν εμάς τους μόνιμους «πιλάφια» γιατί στην διάρκεια της θητείας μας έχουμε φάει τόσο πιλάφι όσο και ο μισός πληθυσμός της… Κίνας!

Τα μεγάφωνα αναγγέλλουν… «δείπνο πληρώματος» αλλά στις τραπεζαρίες κανείς δεν σερβίρεται αν δεν δώσω ΕΓΩ την έγκριση για το δείπνο. Διαταγή και τα σκυλιά δεμένα.

Παίρνω τον δίσκο μετά φόβο θεού πίστεως και οδεύω προς την πρύμνη. Με συνοδεύει κατά το έθιμο ο Ύπαρχος Πλωτάρχης Αδρακτάς. Εγώ μπροστά αυτός δίπλα και λίγο πίσω μου. Ο Βασιλεύς έχει αλλάξει και βρίσκεται στο κατάστρωμα της πρύμνης συνομιλώντας με ανώτατους αξιωματικούς. Πλησιάζουμε, ο Ύπαρχος τώρα μπροστά και εγώ δυό βήματα πίσω. Παρουσιάζεται κανονικώς στον βασιλέα, χαιρετά και λέει «Μεγαλειότατε το δείγμα δείπνου πληρώματος». Ο Βασιλεύς μπορεί να κάνει νόημα ότι δεν θα δοκιμάσει αλλά δεν το κάνει. Έτσι έρχεται η δική μου σειρά. Στέκομαι σε προσοχή ενώπιον του (δεν χαιρετώ αφού τα χέρια μου κρατάν τον δίσκο) και με στεντόρεια φωνή λέω.

«Μεγαλειότατε. Ευπειθώς Σας παρουσιάζω δείγμα δείπνου πληρώματος. Διατάξτε!»

Εκείνος κάνει ένα βήμα προς εμένα και σκύβει πάνω από τον δίσκο. Ο Ύπαρχος βρίσκεται ακριβώς πίσω μου, νοιώθω σχεδόν την ανάσα του στην πλάτη μου.

«Τι καλά θα φάτε απόψε…;» με ρωτά ο Βασιλεύς με μεγάλη συγκατάβαση πρέπει να ομολογήσω.

«Κοτόπουλο κοκκινιστό, πατάτες τηγανιτές, σαλάτα τυρί και φρούτο… Διατάξτε.»

«Ωραία μυρίζει… πολύ ωραία…» Παίρνει το πιρούνι και δοκιμάζει μια πατάτα και μια τσιμπιά από το κοτόπουλο με σάλτσα. Το πρόσωπο του δείχνει απόλαυση και ικανοποίηση. Δεν ξέρω αν είναι από την σάλτσα με την κανέλλα και το γαρύφαλλο. Οι Ανώτατοι αξιωματικοί γύρω παρακολουθούν την σκηνή σιωπηλοί. Πόσο θα ήθελαν και αυτοί να δοκίμαζαν… σκέφτομαι με χαιρεκακία.

«Ελπίζω να τρως όλο σου το φαγητό νεαρέ…» με αιφνιδιάζει ο Βασιλιάς με την ερώτηση. Η αλήθεια είναι ότι μικροδείχνω, εντάξει είμαι και δεκαπέντε χρονών, αλλά θεωρούσα τον εαυτό μου ότι δεν ήμουν πια «νεαρός» μπαίνοντας στις τάξεις του Ναυτικού.

«Βεβαίως Μεγαλειότατε, ιδίως όταν είναι τόσο… τόσο… ιδιαίτερο… Διατάξτε.» συμπληρώνω με τον προσήκοντα σεβασμό. Τι διάβολο. Μιλώ με τον Βασιλέα!

«Ιδιαίτερο…; Τι το ιδιαίτερο έχει…;» ξαναρωτά. Άντε τώρα να εξηγώ πως δεν έχουμε ξαναδεί τέτοιο φαγητό ούτε στη Σχολή ούτε σε κανένα πλοίο, άντε να εξηγώ ότι πατάτες τηγανιτές ήταν όνειρο άπιαστο για όλο το Ναυτικό και μάλιστα με σάλτσα ντομάτας κανελάτης και γαρυφαλάτης!

«Λένε πως το φαγητό στα πλοία μαγειρεύεται και με θαλασσινό νερό Μεγαλειότατε και αυτό το κάνει… ιδιαίτερο…» προσθέτω, αφού αυτό μου κατέβασε η γκλάβα μου εκείνη την στιγμή.

Με κοιτάζει και σκάει στα γέλια. Εκείνο το βροντερό γέλιο ενός ανθρώπου που ενθουσιάζεται και μπορεί να βλέπει το χιούμορ και στις πιο απλές κουβέντες. Όσοι μας παρακολουθούν υπομειδιούν. Κάπου αισθάνομαι ότι ο Ύπαρχος δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος με την… αναίδειά μου.

«Από που είσαι μικρέ..;» με ρωτά ξανά ο Βασιλεύς.

«Από την Αίγυπτο Μεγαλειότατε… Διατάξτε».

«Ω! Έχω εξαίρετες αναμνήσεις από την διαμονή μου στην Αίγυπτο… Έκανα θαυμάσια μπάνια στην Αλεξάνδρεια και στο Πορτ-Σαϊντ…»

«Σας βλέπαμε συχνά στην Αλεξάνδρεια Μεγαλειότατε… ήμουν μικρός βεβαίως τότε…» συμπληρώνω και παρ’ ολίγον να γίνει η κουβέντα μας «φιλική»!

«Ναι! Θυμάμαι πολλά ελληνόπουλα που έκαναν εκεί το μπάνιο τους και μερικά εξ αυτών -σωστά διαβολάκια- μου πέταγαν συχνά πυκνά μικρά καβούρια στην πετσέτα μου για να με τσιμπάνε…» Ξαναγέλασε στην ανάμνηση αυτή.

«Το ξέρω Μεγαλειότατε… Ήμουν ανάμεσα τους και εγώ…» απάντησα με θράσος και απερισκεψία.

«Α! Ώστε ήσουν και εσύ ανάμεσα τους ε…; Να λοιπόν η ευκαιρία να σε τιμωρήσω, έστω και κατόπιν εορτής… Τι λες λοιπόν…;»

Τι απαντάς στον Ανώτατο Άρχοντα του Κράτους όταν πηγαίνει επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία, όταν βρίσκεται δίπλα του όλη η Στρατιωτική Ηγεσία της χώρας και όχι μόνο, όταν ερωτάτε ένα παιδαρέλι να αποφασίσει αν πρέπει να τιμωρηθεί «κατόπιν εορτής» και μετά από τόσα χρόνια για κάποια μικρά καβουράκια που του είχε πετάξει μαζί με τους φίλους του στην παραλία της Αλεξανδρείας;

«Μα… μα δεν θα Σας τιμούσε ούτε σαν Βασιλέα ούτε σαν Άνθρωπο Μεγαλειότατε… Διατάξτε».

Παγωμάρα έπεσε στην ομήγυρη. Όλοι με κοίταξαν εμβρόντητοι από την θρασυτάτη μου απάντηση και την ίδια στιγμή, έτρωγα μια γενναία κλωτσιά στην γάμπα από τον Ύπαρχο. Είχα ξεπεράσει τα όρια!

Μα ο Βασιλιάς μετά από στιγμιαία αμηχανία, -ίσως έκπληκτος από την εύστοχη ωστόσο απάντηση μου- ξέσπασε σε ένα ηχηρότατο γέλιο.

«Έχεις κότσια μικρέ, αλλά και εφυϊα… Μπορείς να πας το δείγμα και στην Βασίλισσα…»

«Διατάξτε…» Έκανα κλίση επ’ αριστερά και δύο βήματα για ν’ απομακρυνθώ.

Η γάμπα μου με πονούσε, μα πρόλαβα ν’ ακούσω τον Βασιλέα να λέει στον Ύπαρχο με σταθερή φωνή που έμοιαζε με… διαταγή. «Να μην τιμωρηθεί παρακαλώ…» Δεν ξέρω αν είχε αντιληφθεί την κλωτσιά που είχα φάει, αλλά σίγουρα τα λόγια μου μπορούσαν να με στείλουν… Ναυτοδικείο!

Σε λίγο παρουσιαζόμουν στην Βασίλισσα με τον Ύπαρχο πίσω μου με κατακόκκινο πρόσωπο.

Ήμουν πολύ υπερήφανος, και δεν είχα αλλάξει κανένα σώβρακο!

 

[1] Μεσόστεγο: Το μεσαίο τμήμα κάθε πλοίου δεξιά και αριστερά.

[2] Δείγμα Αρίστου και Δείπνου: Από παράδοση στο Πολεμικό Ναυτικό, οι Ανώτεροι που επιβαίνουν ενός πολεμικού πλοίου, δοκιμάζουν δείγμα του γεύματος ή του δείπνου που πρόκειται να φάει το πλήρωμα και να εγκρίνουν την διανομή του. Συχνά ζητούν να φάνε και οι ίδιοι από το φαγητό του πληρώματος.

[3] Καπιτσάλι: Η μαύρη ταινία που συγκρατεί το καπέλο των ναυτών που ξεκινά από το εσωτερικό του πηλικίου, περνά από το πηγούνι και καταλήγει στην άλλη πλευρά.

 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)