Αρχική σελίδα των ιστοριών που δεν γράφτηκαν...
 
 
Ιστορία μιας «αγράμματης» γιαγιάς…
 

Μέσα της δεκαετίας του 1950-60.

Βρίσκομαι στην Νάπολη σε άσκηση του ΝΑΤΟ[1].

Το πρώτο πράγμα που κάνω σε κάθε λιμάνι που φτάνω, είναι να βρω έναν τουριστικό οδηγό απ’ αυτούς που πουλάν στα περίπτερα, και να προσπαθήσω να «ανακαλύψω»… ποδαράδα τα ενδιαφέροντα αξιοθέατα. Μουσεία, εκκλησίες, παλάτια, πλατείες ιστορικής σημασίας κ.λ.π.

Ξεθεωμένος από κούραση, κάθομαι σε ένα παγκάκι σε μια μεγάλη πλατεία όπου δεσπόζει το επιβλητικό Παλάτσο Ρεάλε, άλλοτε έδρα και ανάκτορο του Βασιλείου των δύο Σεκελιών. Το θαυμάζω για την αρμονία των γραμμών και του σχεδιασμού του. Δεν έχω ιδέα για το πότε κτίστηκε. Δεν είναι του άμεσου ενδιαφέροντος μου, αν και είχα μπει ήδη μέσα για να θαυμάσω τις υπέροχες συλλογές πινάκων της Αναγέννησης.

Δίπλα μου έρχεται και κάθεται μια μαυροφορεμένη υπέργηρη γιαγιά με μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι, σφιχτά δεμένο. Συνειρμικά και αυτόματα την βλέπω σαν μια γυναίκα που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μια Μανιάτισσα ή μια γιαγιά από οποιοδήποτε μέρος της Ελληνικής επαρχίας της εποχής εκείνης.

Κρατά από το χέρι το μικρό εγγονάκι της, ένα χαριτωμένο αγοράκι γύρω στα έξη ή και ποιο μικρό ίσως. Κρατά στο χέρι του ένα χωνάκι παγωτό και το γλύφει με παιδική λαιμαργία, μα ταυτόχρονα κάτι δείχνει να ρωτάει την γιαγιά του δείχνοντας ταυτόχρονα με το πασαλειμμένο από το παγωτό που λιώνει χεράκι του προς το Παλάτσο Ρεάλε.

Τα Ιταλικά μου δεν είναι δα και του Πάπα Πίου ΧΙΙ, αλλά κάτι καταλαβαίνω.

Στήνω αφτί. Η λαιμαργία του μικρού έχει μεταφραστεί ξαφνικά ή μάλλον έχει μεταφερθεί στην ακοή μου! Είμαι περίεργος, γιατί συνέχεια ο μικρός ρωτάει τι είναι αυτό… τι είναι εκείνο…

Μένω κατάπληκτος από την απάντηση της Ναπολιτάνας γιαγιάς που ποιος ξέρει από ποια φτωχογειτονιά της πόλης είχε κατεβάσει για περίπατο τον εγγονό της στο κέντρο της πόλης.

Αμόρε μίο… Αγάπη μου -λέει η αγράμματη Ναπολιτάνα- Κουέστο Παλάτσο…αυτό το Παλάτι το σχεδίασε και το έχτισε ο Μικελάντζελο Μπουοναρότι… Γουάρντα… Κοίτα πόσο όμορφο είναι με τα τόξα και τις καμάρες, τα μπαλκόνια και την ταράτσα του…

Μου έρχονται δάκρυα στα μάτια! Μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου, καταλαβαίνω γιατί αυτός ο λαός κρατά μια συνοχή πολιτισμού τριών χιλιάδων χρόνων, συνειδητοποιώ γιατί οι Ιταλοί έχουν αυτό το μοναδικό επίπεδο αισθητικής, για τον απλούστατο λόγο ότι τρέφουν από γεννησιμιού τους σεβασμό και γνώση της κληρονομιάς των προγόνων τους, κάτι που έχει περάσει στα γονίδια τους από γενιά σε γενιά, και ανεξάρτητα από μόρφωση ή κοινωνική τάξη, «Ο πολιτισμός της Ρώμης» αποτελεί το Είναι της Ιταλικής Ψυχής. Και για πολλοστή φορά, αντιλαμβάνομαι ότι ένα έργο Τέχνης, δεν μπορεί να είναι κτήμα μιας οποιασδήποτε ελίτ, αλλά πρέπει να είναι κτήμα και βίωμα όλων των ανθρώπων.

Τότε είναι πραγματικά ΤΕΧΝΗ και ΟΜΟΡΦΙΑ.

 

Αντί επιλόγου

Λίγα χρόνια μετά, επισκέφθηκα το νεκροταφείο των Σαλαμινομάχων στο ομώνυμο νησί. Έναν τόπο Ιερό, έναν τόπο όπου οι Πανέλληνες θα έπρεπε να πηγαίνουν τα παιδιά τους για προσκύνημα, με το ίδιο δέος που πάνε στην Μεγαλόχαρη, γιατί εκεί έπεσαν οι Έλληνες που με την θυσία τους άλλαξαν την Ιστορία αυτού που λέμε σήμερα Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, γιατί εκεί είναι ο Μέγας βωμός της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, όχι μόνο ο δικός μας αλλά και του Κόσμου ολάκερου.

Ε! Λοιπόν σ’ αυτό το νεκροταφείο, η εγκατάλειψη, τα παντός είδους σκουπίδια, η νεοελληνική μας αδιαφορία και απαξίωση για ότι είναι ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ήταν εκεί μπροστά στα μάτια μου σε όλο τον μεγαλειώδη ξεπεσμό μας. Και τότε θυμήθηκα αυτή την μικρή ιστορία που μόλις διαβάσατε. Και έκανα τις μοιραίες συγκρίσεις. Αμόρε μίο… αυτό το παλάτι το σχεδίασε και το έφτιαξε ο Μιχαήλ Άγγελος ο Μπουοναρότι…

Τα λόγια της αγράμματης Ναπολιτάνας γιαγιάς είναι το πιο ηχηρό χαστούκι που δέχτηκα στην ζωή μου για την δική μας «κληρονομιά»…

Όποιος καταλαβαίνει, κατάλαβε.

 

[1] Για ενημέρωση των αναγνωστών, υπηρέτησα εθελοντής στο Βασιλικό Ναυτικό από το 1951 έως το 1963.

 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)