Απόσπασμα του βιβλίου
 

Κοίταξε το ρολόι του. Είχε τουλάχιστον τέσσερεις ώρες στην διάθεσή του για να βρίσκεται στην ακριβή ώρα στο ραντεβού του, αν και δεν είχε απόψε καμιά απολύτως διάθεση για ρεβεγιόν. Δεν μπόρεσε όμως ν’ αρνηθεί τότε, στην ευγενική πρόσκληση της κυρίας πρωθυπουργού που τον είχε καλέσει η ίδια στο Παρίσι καιρό πριν για την αποψινή βραδυά και έτσι δεν είχε καταφέρει να αρνηθεί. Θα προτιμούσε να περπατήσει ολομόναχος στους δρόμους της Αθήνας να γευτεί ξανά τις αναμνήσεις τέτοιων «παλαιών ημερών», να θυμηθεί τα περπατήματά του, στα Εξάρχεια, στην Φωκίωνος Νέγρη ή στον γαλήνιο περιφερειακό του Λυκαβηττού, στην Πλάκα… Ίσως να κατέβαινε τα σκαλιά στα παλιά «Μπακαλιαράκια» -υπήρχαν άραγε ακόμα;- να περάσει από τον «Γέρο του Μωριά» ή τα «Ταβάνια»… τότε που ο Γιώργος Μαρίνος ξεκινούσε και ο Πουλόπουλος μάγευε με την ωραία φωνή του στα ίδια εκείνα στενά…

Ήταν χορτάτος από αμέτρητες κοσμικές δεξιώσεις και δείπνα ανά τον κόσμο. Του είχε λείψει τόσο πολύ η Αθήνα, -η παλιά εκείνη Αθήνα που είχε αφήσει στις μνήμες του τόσες και τόσες αλλοτινές μυρωδιές- που έρχονταν στιγμές που ένοιωθε έναν ασταμάτητο πόνο στην καρδιά. Και όσο κι αν ήλπιζε από παλιά πως κάποια ημέρα με κάποια σύμπραξη του θα ερχόταν για ένα κονσέρτο στο Ηρώδειο, αυτή η πρόσκληση δεν ερχόταν, και έτσι όλο ξεμάκραινε ο ερχομός του. Και εκεί που δεν το περίμενε, ήρθε ξαφνικά η αίτηση από την Συμφωνική της Δρέσδης για το Νέο Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας, το οποίο όμως είχε θέσει σαν όρο την συμμετοχή του σ’ αυτό το εναρκτήριο γκαλά. Από την χαρά του μόλις πήρε το τηλεγράφημα του ατζέντη του, έπαιξε όλα τα καπρίτσια του Παγκανίνι μονοκοπανιάς!

Και τώρα, αντί να είναι γεμάτος χαρά και ικανοποίηση, μια βαθειά μελαγχολία είχε απλωθεί στα στήθια του. Ένοιωσε να πνίγεται. Άφησε στο τραπέζι ένα χαρτονόμισμα και βγήκε, τυλίγοντας στον λαιμό του το μάλλινο κασκόλ για να προφυλαχθεί από το κρύο αυτής της Χριστουγεννιάτικης νύχτας.

Κοντοστάθηκε αναποφάσιστος προς τα πού να πάει. Θα ήθελε να πεταχτεί μέχρι του «Απότσου» -υπήρχε ακόμα άραγε;- ή να ροβολήσει την Σταδίου μέχρι την Ομόνοια, αλλά φοβήθηκε μην και καθυστερήσει χαζεύοντας δεξιά κι αριστερά. Προτίμησε να πάει μια μικρή βόλτα μέχρι το Κολωνάκι και να επιστρέψει έγκαιρα στο ξενοδοχείο και ν’ αλλάξει για να είναι στην ώρα του στο Μέγαρο Μαξίμου. Η πρόσκληση έγραφε «επίσημο ένδυμα», που σήμαινε ότι έπρεπε να βάλει το σμόκιν του, που απαιτούσε ανέκαθεν από μέρους του μια μικρή ιεροτελεστία όταν επρόκειτο να ντυθεί επίσημα. Ήταν λεπτολόγος και είχε πάντα ένα σπάνιο ένστικτο κομψότητας που τον χαρακτήριζε όπου κι αν βρισκόταν. Τα διάφορα περιοδικά μόδας της Ευρώπης τον θεωρούσαν μαζί με τον Κάρυ Γκράντ τους πιο κομψά ντυμένους άντρες του πλανήτη. Μονάχα ο Αντόλφ Μανζού και ο Ρεξ Χάρισον θα μπορούσαν ίσως να τον συναγωνιστούν στο φόρεμα του φράκου. Αλλά και οι δύο ήταν αστέρια του κινηματογράφου και αυτό έκανε μια μικρή διαφορά. Πρόσεχε το ντύσιμο του όχι για να δείξει αυτό που φορούσε, αλλά για να νιώθει ο ίδιος άνετα και περιποιημένος. Δεν τον «φορούσε» το ρούχο αλλά αυτός το φορούσε. Αν και εδώ που τα λέμε και κουρέλια να φορούσε, πάντα προσήλκυε τις ματιές των γυναικών ιδίως, όπως τότε… στα νιάτα του!

Διέσχισε την Πανεπιστημίου και πέρασε απέναντι στην Βουκουρεστίου. Και εδώ τα μαγαζιά που θυμόταν είχαν αλλάξει χέρια, ή είχαν μετατραπεί σε κάτι άλλο. Ο ίδιος ο δρόμος είχε γίνει πεζόδρομος και παρά τα πολλά λαμπιόνια που τον στόλιζαν, υπήρχε «κάτι» που δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που κάποτε ήταν ο πιο κοσμικός και λαμπερός δρόμος της Αθήνας. Κάπου στην καρδιά στάλαξε μια βαρειά ακόμα στάλα μελαγχολίας. Δεν ήταν η αλλαγή που έβρισκε γύρω του. Δεν ήταν αυτό το νέο πρόσωπο της Αθήνας που αντίκριζε. Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο που βγήκε από τις σελίδες του μακρινού χθες και άρχιζε να του διαβάζει κομμάτια από την δική του ιστορία που κατά περίεργο τρόπο είχε αρχίσει από τούτον ακριβώς τον δρόμο, τότε που καθόταν στο πεζοδρόμιο λίγο πιο πάνω, απέναντι από το κοσμηματοπωλείο του «Αθηνιωτάκη» με το υπέροχα πετράδια στις βιτρίνες του -τις πιο κομψές και σικ όλης της Αθήνας- εκεί που παίχθηκε η μοίρα του ένα βράδυ σαν το αποψινό.

 
 
 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)