Απόσπασμα του βιβλίου
 

Η είσοδος του, δεν ξέφυγε από την προσοχή πολλών Ατθίδων και των συνοδών τους που τον βομβάρδισαν με ματιές θαυμασμού. Δεν ήταν από τα πρόσωπα που περνούσαν απαρατήρητα. Στην ώριμη ηλικία του, εξακολουθούσε να είναι ένας πολύ όμορφος άντρας που τα ασημένια μαλλιά πλαισίωναν πάντα το αγέραστο πρόσωπο του που θαρρείς και έλαμπε ακόμα περισσότερο απ’ ότι στην νιότη του. Κάθισε σε ένα απόμερο τραπεζάκι δίπλα στην μεγάλη τζαμαρία, προσπαθώντας να μην δείξει ότι αντελήφθη τον θαυμασμό των λιγοστών θαμώνων. Όσο και να τον κολάκευε ο θαυμασμός των ανθρώπων γύρω του, στο βάθος του μυαλού του ήταν κάτι που τον κούραζε, όχι από σνομπισμό ή ανόητη ψευτο-μετριοφροσύνη. Από την φύση του, ήταν ντροπαλός και συνεσταλμένος. Αισθανόταν αμηχανία μπροστά στις εκδηλώσεις του κοινού, που πολλές φορές τις θεωρούσε ακραίες και υπερβολικές. Ιδίως από τις γυναίκες που σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης έδειχναν να είναι ξετρελαμένες μαζί του, όχι μόνο για το ταλέντο του βεβαίως! Ο ίδιος πολύ απλά, ένοιωθε ότι υπηρετούσε την Τέχνη του όσο καλύτερα μπορούσε, και όπως οι αληθινά μεγάλοι καλλιτέχνες, αισθανόταν ότι αυτό το ταλέντο που του είχε δοθεί από τον Θεό, ήταν για να κάνει ευτυχέστερους τους ανθρώπους και τον ίδιο όλο και πιο ταπεινό, αναγνωρίζοντας ότι ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορέσουμε να φτάσουμε στην τελειότητα. Για τον λόγο αυτό ήταν πάντα τόσο αυστηρός με τον εαυτό του και ήξερε πολύ καλά, αν κάποιο βράδυ είχε παίξει σωστά ένα κονσέρτο ή όχι. Μονάχα οι μεγάλοι δημιουργοί και ερμηνευτές μπορούν να διαγνώσουν τις ατέλειες τους, γιατί είναι βυθισμένοι κυριολεκτικά μέσα στο κόσμο ενός σχεδόν μεταφυσικού διαλογισμού, είτε αυτός είναι ο χώρος της μουσικής, ή της ζωγραφικής ή όποιας άλλης Τέχνης. Για τον λόγο αυτό συχνά θεωρούσε τις εκδηλώσεις του κοινού υπερβολικές. Θα προτιμούσε ένα σεμνό χειροκρότημα που να εκφράζεται «στην προσπάθεια» του, παρά όλες αυτές τις ξέφρενες και συχνά έξαλλες κραυγές και τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Σε όλο τον κόσμο τον θεωρούσαν τον πιο «τσιγκούνη» στα μπίζ και τα «ανκόρ» που του ζητούσε το κοινό σε όλες τις εμφανίσεις του.

Μονάχα αν έκρινε πως πραγματικά είχε καταφέρει να παίξει αντάξια μιας παρτιτούρας και μέσα στο πνεύμα του δημιουργού της, μονάχα τότε δεχόταν να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κοινού και να παίξει ένα μονάχα μπίζ και πολύ σπάνια δύο.

Μοναδική εξαίρεση, ήταν όταν έπαιξε στο Μπολσόϊ καλεσμένος από την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης, το Κονσέρτο του Τσαϊκόφσκι για βιολί κι Ορχήστρα, συμμετέχοντας στην Επιτροπή των ομώνυμων Βραβείων –τον πιο «δύσκολο» μουσικό διαγωνισμό στον κόσμο- και το κοινό ήταν τόσο θερμό και εκστασιασμένο που τον ανάγκασε να παίξει τρία μπιζ!

Μα και ο ίδιος όπως έλεγε αργότερα, ποτέ άλλοτε δεν ξανάπαιξε το ίδιο κοντσέρτο με την ίδια ποιότητα όπως εκείνη την βραδυά. Έλεγε μάλιστα χαριτολογώντας πως ένοιωθε από κάποιο θεωρείο να τον παρακολουθεί ο ίδιος ο Τσαϊκόφσκι, και έτσι έβαλε όλη την ψυχή του για να πλησιάσει όσο καλύτερα μπορούσε το πνεύμα του μεγάλου συνθέτη.

Η Φούρτσεβα, Υπουργός τότε Πολιτισμού της Σοβιετικής Ένωσης του απένειμε εκ μέρους του Γ.Γ. του Πολυτ-μπιρώ το ανώτερο παράσημο της Εργατικής Τάξης, σε ένδειξη ικανοποίησης για την πρόθυμη συμμετοχή του στην Επιτροπή, αλλά και την αφιλοκερδή συμμετοχή του με εκείνο το ιστορικό Κονσέρτο στο κατάμεστο Μπολσόϊ, όπου ήταν παρόν σύσσωμο το διαπεπιστευμένο Διπλωματικό Σώμα στην Σοβιετική πρωτεύουσα, μιας και αναμενόταν να έρθει και ο νέος ισχυρός ανήρ των Σοβιέτ Νικήτα Κρουτσώφ.

- Μια ηλικιωμένη κυρία τον πλησίασε και του ζήτησε ευγενικά αλλά και δισταχτικά να της κάνει την χάρη, και να της υπογράψει ένα αυτόγραφο πάνω στον κατάλογο του «Φλόκα»… «γιατί δεν έχω μαζί μου καμιά σας φωτογραφία ή κανένα πρόγραμμα σας…» ζητώντας του ταυτόχρονα συγνώμη για την ενόχληση. Το υπόγραψε χαμογελώντας και με ευχαρίστηση. «Ξέρετε –συμπλήρωσε λίγο δισταχτικά και με μια χροιά θλίψης στην φωνή της- σε λίγο κλείνει και ο Φλόκας όπως έκλεισε και ο Ζώναρς… Όλα καταρρέουν γύρω μας αγαπητέ μου Μαιτρ… Και έτσι μαζί με τον κατάλογο για ανάμνηση θα έχω και το αυτόγραφο σας… Ελπίζω να μην με παρεξηγήσετε… Και η μητέρα μου κάποτε, πήρε ένα αυτόγραφο από τον Ελευθέριο Βενιζέλο πάνω στο μενού του Ναυτικού Ομίλου της Αλεξανδρείας όπου δινόταν επίσημο δείπνο προς τιμήν του… Συχωρέστε με για την ενόχληση και σας ευχαριστώ πολύ…»

Ο Ίων κάπου άρχισε να καταλαβαίνει.

Από χθες, καθώς το αεροπλάνο της Αιρ-Φράνς έκανε ένα γύρο για να προσγειωθεί στο Ελληνικό, είδε από το παράθυρό του μια Αθήνα τελείως διαφορετική απ’ αυτήν που θυμόταν όταν την εγκατέλειπε εδώ και τριάντα χρόνια. Μια απέραντη τσιμεντούπολη από την μια άκρη μέχρι την άλλη άκρη του ορίζοντα, χωρίς καθόλου πράσινο. Ακόμα και οι παραλίες της Γλυφάδας της Βουλιαγμένης και της Βούλας που τις θυμόταν πνιγμένες στα πεύκα μέχρι τις ακρογιαλιές δεν υπήρχαν πια. Και από το αεροδρόμιο μέχρι την πλατεία Συντάγματος μπόρεσε να δει τις τρομερές αλλαγές που είχαν γίνει στην πρωτεύουσα. Μια ενοποιημένη μάζα πολυκατοικιών που τον δυσκόλεψε να ξεχωρίσει τις παλιές συνοικίες που θυμόταν, η παραλιακή πηγμένη στα αυτοκίνητα που οκτώ στα δέκα εξέπεμπαν τόνους καυσαερίων, έναν υστερικό και τρελό τρόπο οδηγήματος των ελλήνων, μια κατάσταση που πραγματικά τον εξέπληξε. Μέσα σε μια γενιά η Αθήνα είχε μεταβληθεί σε κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που την άφησε.

«Η πρόοδος βλέπετε αγαπητέ μου Μαίτρ…» ήταν τα τελευταία μελαγχολικά λόγια της γηραιάς κυρίας που του είχε ζητήσει το αυτόγραφο. Η μόνη αχτίδα χαράς μέσα στην θλίψη που είχε αγκιστρώσει την καρδιά του από χθες, ήταν το γεγονός ότι άκουγε παντού και γύρω του ελληνικά, την μητρική του γλώσσα, την γλώσσα που είχε τόσο πολύ νοσταλγήσει όλα αυτά τα χρόνια τη αυτοεξορίας του.

 
 
 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)